New Media στην Ελλάδα

Τεκμηρίωση για τα Μέσα Ενημέρωσης με ψηφιακή διανομή (και όχι μόνο…)

Η τιμή της εφημερίδας στο Διαδίκτυο

Άρθρο του Δημήτρη Γαλάνη, από το «Βήμα της Κυριακής» (31/05/2009):

«Όλο και περισσότεροι εκδοτικοί κολοσσοί προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα και στρέφονται προς το Ιnternet αλλά δεν έχουν καταλήξει ακόμη πώς θα βγάλουν χρήματα.
Με τα διαφημιστικά τους έσοδα και τις κυκλοφορίες τους να μειώνονται συνεχώς, πολλοί εκδότες εφημερίδων, κυρίως στις ΗΠΑ, αρχίζουν να επανεξετάζουν την πολιτική τους. Ένα από τα θέματα που τους απασχολεί περισσότερο αφορά τη διαδικτυακή παρουσία τους και τον τρόπο με τον οποίο θα τη χειρίζονται και θα την «πωλούν» στον αναγνώστη. Το ενδεχόμενο να χρεώνουν τους επισκέπτες των ιστοσελίδων τους αντί να παρέχουν δωρεάν το 100% της ύλης τους online συζητείται έντονα- κάποιοι το έχουν κάνει ήδη.

Οι υπέρμαχοι αυτής της στρατηγικής δηλώνουν ότι είναι η τελευταία σανίδα οικονομικής σωτηρίας για την έντυπη δημοσιογραφία, οι οποία βλέπει τους αναγνώστες της να στρέφονται όλο και περισσότερο στο Ιnternet, που απορροφά όλο και μεγαλύτερο μερίδιο από τη διαφημιστική δαπάνη. Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές της τονίζουν ότι πρόκειται για κίνηση που είναι καταδικασμένη να αποτύχει με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον των εφημερίδων. Και η συζήτηση καλά κρατεί, με μεγάλους εκδοτικούς οργανισμούς να προσπαθούν να βρουν τη συνταγή που θα τους οδηγήσει με επιτυχία από την έντυπη στην ηλεκτρονική ενημέρωση.

Όταν πριν από δύο χρόνια ο Ρούπερτ Μέρντοκ εξαγόρασε τη «Wall Street Journal» δήλωνε ότι σκόπευε να αλλάξει την πολιτική της εφημερίδας online και να καταργήσει τη συνδρομή για την ηλεκτρονική έκδοση. Παρά το γεγονός ότι η «WS Journal» ήταν σχεδόν η μοναδική μεγάλη εφημερίδα που μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι από το 1996 είχε επιτυχώς επιβάλει στους αναγνώστες της να πληρώνουν για την πρόσβαση στην ιστοσελίδα της, ο Μέρντοχ θεωρούσε ότι το περιεχόμενό της θα έπρεπε να παρέχεται δωρεάν στο Ιnternet προκειμένου να αυξηθούν οι επισκέπτες και κατά συνέπεια τα διαφημιστικά έσοδα. Τον τελευταίο καιρό όμως ο πολυεκατομμυριούχος φαίνεται ότι άλλαξε γνώμη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιβολή αντιτίμου για την πρόσβαση στην ιστοσελίδα της «Journal» είναι καλύτερη στρατηγική από το να καταργήσει το τέλος αυτό.

Το δωρεάν τελειώνει

«Οι μέρες όπου τα πάντα παρέχονταν δωρεάν στο Διαδίκτυο τελειώνουν» δήλωσε πρόσφατα και τόνισε ότι τα έσοδα από τις συνδρομές για την πλήρη πρόσβαση στην ηλεκτρονική έκδοση της «Journal» σημειώνουν σταθερή αύξηση τα τελευταία χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιτυχία της «Wall Street Journal» αποδίδεται στο γεγονός ότι είναι οικονομική εφημερίδα και απευθύνεται σε ένα εξειδικευμένο κοινό που φαίνεται να είναι περισσότερο διατεθειμένο να πληρώσει προκειμένου να έχει πρόσβαση σε οικονομικές ειδήσεις και πληροφορίες.

Ο Μέρντοχ δεν είναι ο μόνος εκδότης που εξετάζει ανάλογα επιχειρηματικά σενάρια. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου παρόμοιες στρατηγικές σκέφτονται να εφαρμόσουν και οι «Νew Υork Τimes» που τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα ρευστότητας. «Εξετάζουμε πολλά ενδεχόμενα και δεν αποκλείουμε την πιθανότητα να αρχίσουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να χρεώνουμε τους αναγνώστες μας για την πρόσβαση σε μέρος της ύλης μας » τόνισε πρόσφατα ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Άρθουρ Τζούνιορ Σουλτζμπέργκερ. Σύμφωνα με έρευνα που έγινε πριν από λίγο καιρό, το 28% των αμερικανών εκδοτών εφημερίδων δηλώνουν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο να προβούν σε ανάλογες κινήσεις. Η εταιρεία ΜediaΝews Group, στην οποία ανήκουν η «Denver Ρost» και άλλες 53 ημερήσιες εφημερίδες, ανακοίνωσε ότι θα αρχίσει να χρεώνει για την πρόσβαση στις ιστοσελίδες των εφημερίδων, χωρίς όμως να διευκρινίσει από πότε.

Όταν έγινε η πρώτη έκρηξη του Διαδικτύου τη δεκαετία του ΄90 οι περισσότερες εφημερίδες άρχισαν να διαθέτουν το περιεχόμενό τους δωρεάν online. Με τα διαφημιστικά τους έσοδα να ακολουθούν την ανοδική πορεία της οικονομίας μπορούσαν να υπερηφανεύονται για το ηλεκτρονικό τους «παρόν» και να ευελπιστούν σε μελλοντική αύξηση των διαφημιστικών τους εσόδων από το Διαδίκτυο. Με την πάροδο των ετών όμως οι παραδοσιακοί αναγνώστες των εφημερίδων άρχισαν να λιγοστεύουν. Ταυτόχρονα η αύξηση της διείσδυσης του Ιnternet είχε ως αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι αναγνώστες, κυρίως νέοι, να καταφεύγουν στο Διαδίκτυο για την ενημέρωσή τους. Τα τελευταία χρόνια το Ιnternet σε συνδυασμό με την τεχνολογία της κινητής τηλεφωνίας έχουν φέρει μια άνευ προηγουμένου επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες ενημερώνονται, πληροφορούνται και «καταναλώνουν» τις ειδήσεις.

Στο νέο, ψηφιακό τοπίο της ενημέρωσης όπου κυριαρχούν οι συναθροιστές ειδήσεων, όπως η ιστοσελίδα Google Νews και το megablog της Αριάννας Στασινοπούλου-Χάφινγκτον, Τhe Ηuffington Ρost, η ενημέρωση είναι διαθέσιμη άμεσα online από διαφορετικές πηγές με χιλιάδες τρόπους. Ιστοσελίδες εφημερίδων, ειδησεογραφικών πρακτορείων, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, εκατομμύρια blogs, φόρα, μηνύματα σε κινητά τηλέφωνα και ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης απαρτίζουν έναν γιγαντιαίο ιστό πληροφοριών, μέσα στον οποίο οι χρήστες του Διαδικτύου κινούνται από παραπομπή σε παραπομπή, από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα σε μια αναζήτηση της είδησης πιο προσωπική, πιο αποσπασματική και πιο εξειδικευμένη απ΄ ό,τι παλιότερα.

Διλήμματα και λύσεις

Μέσα στο τοπίο αυτό οι εκδότες αναζητούν τρόπους όχι μόνο για να εξασφαλίσουν την επιβίωση των εντύπων τους, αλλά και να «περάσουν» επιτυχώς στην ψηφιακή εποχή με τις λιγότερες απώλειες. Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν είναι υπαρκτό και δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Από τη μία αναγνωρίζουν ότι το μέλλον των εφημερίδων είναι ψηφιακό και πολλοί σκέφτονται ακόμη και να καταργήσουν την έντυπη έκδοσή τους προκειμένου να μειώσουν το κόστος εκτύπωσης και διανομής. Από την άλλη, έχουν να αντιμετωπίσουν τους αναγνώστες που έχουν συνηθίσει να τις διαβάζουν δωρεάν online και, όπως όλα δείχνουν, πολύ δύσκολα θα πειστούν να αρχίσουν να πληρώνουν για κάτι που ως σήμερα απολαμβάνουν χωρίς αντίτιμο.

Το πείραμα των «Νew Υork Τimes»

Αξίζει να αναφερθεί ότι κάποιες πειραματικές απόπειρες που έχουν γίνει ως σήμερα προς αυτή την κατεύθυνση δεν είχαν την αναμενόμενη επιτυχία, ίσως επειδή θέλει και ο αναγνώστης τον χρόνο του για να συμφιλιωθεί με τη νέα τάξη των πραγμάτων και να λειτουργήσει μέσα σε αυτήν.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση των «Νew Υork Τimes». Οταν το 1996 άρχισε να λειτουργεί η ιστοσελίδα της εφημερίδας επέβαλαν ένα αντίτιμο στους χρήστες του Ιnternet για να έχουν πρόσβαση σε αυτή. Τον επόμενο χρόνο αποφάσισαν να καταργήσουν το αντίτιμο αυτό και να διαθέτουν όλη την ύλη της εφημερίδας δωρεάν. Το 2004 αποφάσισαν να δημιουργήσουν το πρόγραμμα «Τimes Select» και άρχισαν να επιβάλλουν ένα αντίτιμο στους χρήστες που ήθελαν να διαβάσουν τις στήλες των σταρ αρθρογράφων της εφημερίδας όπως ο Πολ Κρούγκμαν, ο Φρανκ Ριτς και η Μορίν Ντάουντ . Δύο χρόνια αργότερα αναγκάστηκαν να καταργήσουν αυτό το συνδρομητικό τέλος.

Όπως δήλωσε πρόσφατα στο «Βήμα» ο διευθυντής της ηλεκτρονικής έκδοσης της εφημερίδας Τζιμ Ρόμπερτς «ήταν ένα πείραμα. Λειτούργησε περίπου επί δύο χρόνια και απέφερε σημαντικά έσοδα, αλλά θεωρήσαμε ότι υπήρχε ένα όριο για την ανάπτυξή του. Ότι τελικά η συνδρομή είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι επισκέπτες της ιστοσελίδας μας, οι οποίοι στρέφονταν αλλού για την ενημέρωσή τους. Πριν από δύο χρόνια λάβαμε μια συνειδητή απόφαση να στραφούμε προς την αύξηση της επισκεψιμότητας της ιστοσελίδας με τελικό σκοπό την αύξηση των διαφημιστικών μας εσόδων». Οπως ανέφερε ο κ. Ρόμπερτς «την εποχή του “Τimes Select” είχαμε περίπου 12 εκατομμύρια διαφορετικούς επισκέπτες τον μήνα. Μετά την κατάργησή του βρισκόμαστε σήμερα στα 20-21 εκατομμύρια διαφορετικούς χρήστες κάθε μήνα».

Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι το Διαδίκτυο είναι ένα σύστημα ανοιχτό και ως εκ τούτου δεν επιδέχεται εύκολα όρια και φραγμούς. Όσο διαρκούσε το πρόγραμμα Τimes Select, οι στήλες για τις οποίες έπρεπε να πληρώσει κανείς έκαναν την εμφάνισή τους στο Διαδίκτυο σε εκατοντάδες blogs λίγα μόνο λεπτά μετά την κυκλοφορία της εφημερίδας, με αποτέλεσμα οι συνδρομητές του προγράμματος να πληρώνουν για κάτι που οι υπόλοιποι απολάμβαναν δωρεάν και η εφημερίδα να χάνει πολύτιμους επισκέπτες από την ιστοσελίδα της.
Η οικονομική κρίση και οι νέες συνθήκες στην εποχή της ψηφιακής ενημέρωσης αναγκάζουν πολλούς δημοσιογραφικούς ομίλους να επανεξετάσουν όλες τις προοπτικές. Είναι πολύ νωρίς για να μπορέσει να προβλέψει κανείς με ασφάλεια ποιο από τα δύο επιχειρηματικά μοντέλα θα επικρατήσει τελικά, πάντως το βέβαιο είναι ότι όλες οι προτάσεις παραμένουν ανοιχτές.

Written by gr.mme.observer

31 Μαΐου 2009 στις 11:46 μμ

Αναρτήθηκε στις New Media

Tagged with , ,

Αρέσει σε %d bloggers: