New Media στην Ελλάδα

Τεκμηρίωση για τα Μέσα Ενημέρωσης με ψηφιακή διανομή (και όχι μόνο…)

Το Διαδίκτυο αλλάζει τον χάρτη της γραπτής ειδησεογραφίας

[από Το ΒΗΜΑ, 5.12.2009, άρθρο του Δρος ΑΛ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ] Η κρίση και το Διαδίκτυο αλλάζουν τον χάρτη της γραπτής ειδησεογραφίας αλλά και τη «φύση» του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Το 2009 ήταν σίγουρα μια δύσκολη χρονιά για όλες τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα για αυτές που η δραστηριότητά τους εξαρτάται από τα έσοδα μέσω διαφημίσεων. Ο γερμανικός Τύπος, με μειωμένα έσοδα από διαφημιστικές καταχωρήσεις κατά 20%-25%, σύμφωνα με τους προσώρας υπολογισμούς των ειδικών, προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του και ελπίζει σε καλύτερες ημέρες… από του χρόνου! Πλην όμως η κρίση που σταθερά στοιχειώνει το τοπίο των γερμανικών εφημερίδων είναι μια «παλιά γνώριμη».

Η Γερμανία, μια χώρα με φανατικούς αναγνώστες ιδίως στην επαρχία, βλέπει τους τίτλους εφημερίδων από 624 στη δεκαετία του 1950 να έχουν περιοριστεί σήμερα στους 353. Με έκδηλη ανησυχία η έγκυρη εβδομαδιαία εφημερίδα «Die Ζeit» επισημαίνει ότι «σε πολλές επαρχιακές πόλεις η ενημέρωση προσφέρεται μόνο από μία εφημερίδα». Που, όπως θα δούμε, κάθε άλλο παρά παραδοσιακή δομή έχει! Η ανησυχία της «Ζeit» επιβεβαιώνεται όταν στην αραιοκατοικημένη Βορειανατολική Γερμανία εμφανίζονται ξαφνικά έντυπα όπως ο «Ταχυδρόμος του Ανκλαμ», που διανέμονται δωρεάν και χρηματοδοτούνται από το ακροδεξιό κόμμα ΝΡD.

Τι φταίει; «Το Διαδίκτυο», απαντούν εν χορώ πολλοί ιδιοκτήτες και διευθυντές εκδοτικών οίκων. Ακόμη και ο μεγαλοϊδιοκτήτης εφημερίδων (ελέγχει περίπου… 300 φύλλα) Ντέιβιντ Μοντγκόμερι δεν έχει καμία αμφιβολία: «Η εφημερίδα είναι οικονομικά πτωχευμένη, πρόκειται για ένα παράλογο, εγωιστικό βίτσιο με πεθαμένα δένδρα»!

Η οικονομική κρίση του γερμανικού επαρχιακού Τύπου οφείλεται κατά ένα μέρος στις υπεραποδόσεις της τάξεως του 10% που πρόσφεραν τα περισσότερα έντυπα στους ιδιοκτήτες τους παλαιότερα. Τα τελευταία χρόνια ο ρυθμός αύξησης της κερδοφορίας τους έπεσε στο 5%. Τα έντυπα δηλαδή δεν είναι (ακόμη;) ζημιογόνα! Πλην όμως, η πτώση της κερδοφορίας ξεσήκωσε ένα τεράστιο κύμα αναδιαρθρώσεων με στόχο τη μείωση του κόστους. Σε πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πλέον γραφεία σύνταξης. Οι τοπικοί ανταποκριτές αποτελούν ανεξάρτητες μικρές οικονομικές ενότητες («profit centres») και ονομάζονται… «content managers» («διαχειριστές περιεχομένου»), διότι εκτός από δημοσιογράφοι πρέπει να είναι κινηματογραφιστές, να έχουν μπλογκ και να φροντίζουν ακόμη και τα αιτήματα των τοπικών συνδρομητών της εφημερίδας!

Μειώνεται η ποιότητα
Ολα αυτά δυστυχώς μειώνουν την ποιότητα του τελικού αποτελέσματος. Για να μείνουμε στη Βορειοανατολική Γερμανία, η εφημερίδα «Νordkurier» («Αγγελιαφόρος του Βορρά»), η οποία εφαρμόζει αυτή τη δομή, άφησε «ασχολίαστη» την προβλεπόμενη εγκατάσταση του μεγαλύτερου χοιροστασίου στην Ευρώπη στην περιοχή! Επίσης ανεκδοτικά αναφέρεται το γράμμα ενός 80χρονου αναγνώστη ο οποίος είχε ανακαλύψει 28 ορθογραφικά λάθη στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας! Είναι προφανές ότι αναδιαρθρώσεις με τέτοια απελπιστικά αποτελέσματα οδηγούν σε λιγότερα φύλλα, σε χαμηλότερες διαφημιστικές καταχωρήσεις και αναγκαστικά σε περαιτέρω μείωση του δημοσιογραφικού προσωπικού, ως τον οριστικό θάνατο του τίτλου.

Τι συμβαίνει, όμως, με τα γνωστότερα φύλλα των γερμανικών μεγαλουπόλεων; Ο προαναφερθείς μεγαλοϊδιοκτήτης Μοντγκόμερι δοκίμασε την τύχη του στην «Βerliner Ζeitung». Διεξήγαγε έναν πολύχρονο αγώνα με τη διεύθυνση της εφημερίδας, με ανταλλαγή δημόσιων επιστολών για το πώς πρέπει να λειτουργεί και να αποδίδει οικονομικά μια μεγάλη εφημερίδα. Ωσπου «πέταξε την πετσέτα» και πούλησε τον περασμένο Μάρτιο το φύλλο στην εκδοτική οικογένεια Ντιμόντ. Οι Ντιμόντ κατέχουν πλέον τέσσερις μεγάλες εφημερίδες στη Γερμανία, την προαναφερθείσα και τις «Κolner Stadtanzeiger», «Frankfurter Rundschau» και «Μitteldeutsche Ζeitung».

Κάνουν οικονομίες κλίμακος συμπτύσσοντας τις ομάδες σύνταξης των εφημερίδων έτσι ώστε να «παράγουν» ύλη με συγκεντρωτικό τρόπο για όλες τις εφημερίδες. Συναντούν, όμως, την αντίδραση των διευθυντών σύνταξης των φύλλων, οι οποίοι φοβούνται ότι έτσι χάνεται ο χαρακτήρας των εφημερίδων και κατ΄ επέκταση οι αναγνώστες, κυρίως οι συνδρομητές. Διότι θα πρέπει να τονιστεί ότι, από πλευράς αγοραστών, μια βασική πηγή εσόδων των εφημερίδων στη Γερμανία είναι οι συνδρομητές, που μέσω ενός καλά οργανωμένου δικτύου διανομής μπορούν να απολαύσουν την εφημερίδα τους οπουδήποτε μαζί με τον πρωινό καφέ τους, ακόμη κι αν τον πίνουν στις 6 το πρωί!

Δωρεάν το Διαδίκτυο
Και το Διαδίκτυο; «Σήμερα πλέον η γενική ειδησεογραφία αποτελεί ένα δημόσιο αγαθό, ιδίως όσον αφορά την πολιτική και την οικονομία, έτσι δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί να ζητήσει λεφτά στο Διαδίκτυο για αυτόν τον λόγο», σχολιάζει ο Κονσταντίν Νεβέν Ντιμόντ. Χρήματα μπορείς να εισπράξεις μόνο για ειδικές πληροφορίες, για αποκλειστικές έρευνες και αποκαλύψεις σκανδάλων- χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της «Wall Street Journal». Πλην όμως γι΄ αυτό είναι αναγκαία μια οργανωμένη και ποιοτική δημοσιογραφική έρευνα. Και αυτή κοστίζει λεφτά!

Οι ρωγμές στη δομή των μεγάλων εφημερίδων ανοίγουν όλο και πιο πλατιές, φανερώνοντας την αντίθεση ανάμεσα στους οικονομικούς στόχους των ιδιοκτητών και στα κριτήρια ποιότητας των δημοσιογράφων, που απαιτούν σεβασμό στο επάγγελμά τους. «Σε πολλές εφημερίδες λείπουν όχι μόνο τα λεφτά για έρευνα, αλλά και ο χρόνος για να ελεγχθεί η αξιοπιστία μιας είδησης» , σημειώνει η «Ζeit»! Πλην όμως, οι ειδήσεις τύπου «άνθρωπος δάγκωσε σκύλο» αποτελούν την απόλυτη εξαίρεση.

Σήμερα οι ειδήσεις «παράγονται» σε μορφή ανακοινώσεων ή δελτίων Τύπου από επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και βεβαίως από τις κυβερνήσεις και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οταν σε ένα πρόσφατο δημοσιογραφικό συνέδριο ένας διευθυντής σύνταξης ανέλυε την πίεση χρόνου με την οποία δουλεύει η ομάδα του και εκλιπαρούσε τους συνέδρους (εκπρόσωποι Τύπου, υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων κτλ.) να το λαμβάνουν υπόψη τους όταν δημιουργούν τα δελτία Τύπου τους, γιουχαΐστηκε!

Πώς βλέπουν λοιπόν οι Γερμανοί το μέλλον της έντυπης δημοσιογραφίας; Οχι τόσο αισιόδοξα: «Θα ασχολούμαστε με την παραγωγή περιοδικών για επιχειρήσεις,παρόμοιων με αυτά που βρίσκουν οι επιβάτες των αεροπλάνων στη θήκη του καθίσματός τους», σημειώνει σε εκτενές ρεπορτάζ της η «Ζeit».

Οι- ομολογουμένως πανάκριβοι- ανταποκριτές στο εξωτερικό;

«Αυτοί στο μέλλον εκτός από δημοσιογράφοι θα είναι και scouters, ανιχνευτές προϊόντων δηλαδή, και θα φωτογραφίζουν τα ρούχα που φορούν οι εικοσάχρονες Ινδές ή θα καταγράφουν τα ευρωπαϊκά προϊόντα που προτιμούν οι Ιάπωνες στο σουπερμάρκετ, θα μας στέλνουν τις πληροφορίες τις οποίες θα πουλάμε εμείς πανάκριβα στις ενδιαφερόμενες εταιρείες»!

Επαγγελματική υπερηφάνεια
Ο Μπερντ Τσίζεμερ, διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας οικονομικής εφημερίδας «Ηandelsblatt», μιλώντας προ μηνών σε ένα άλλο δημοσιογραφικό συνέδριο, χρησιμοποίησε λιγότερο διπλωματική φρασεολογία: «Βρισκόμαστε σε μια φάση», είπε, «όπου κινδυνεύουμε να χάσουμε την επαγγελματική μας υπερηφάνεια. Στους εκδοτικούς οίκους λύνουν και δένουν πολιτιστικά αναλφάβητοι άνθρωποι που, ενώ οι ίδιοι δεν διαβάζουν ποτέ εφημερίδα,θέλουν να μας εξηγήσουν πώς να φτιάξουμε ένα φύλλο.Στα μάτια τους είμαστε το “αναγκαίο κακό” που παράγει την ύλη για να γεμίσουν τα κενά ανάμεσα στις διαφημίσεις»! Εχουν άραγε οι εφημερίδες και τα περιοδικά- της Γερμανίας αλλά και των άλλων ανεπτυγμένων χωρών- ελπίδες να βρουν τον δρόμο τους σε αυτό το ομιχλώδες τοπίο; Ευτυχώς ναι, αν κρίνει κανείς από τις επιτυχίες τους τόσο σε δημοσιογραφικό όσο και σε εμπορικό επίπεδο. Για παράδειγμα η πολιτική επιθεώρηση «Cicero», η οποία με τις αποκαλύψεις της τόσο πολύ εκνεύρισε τον πρώην υπουργό Εσωτερικών της κυβέρνησης ΧριστιανοδημοκρατώνΣοσιαλδημοκρατών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (στη νέα κυβέρνηση Μέρκελ είναι υπουργός Οικονομικών) που προσπάθησε δικαστικά- αλλά ανεπιτυχώς! – να μάθει τους πληροφοριοδότες της. Επίσης, το περιοδικό της Gruner+Jahr «Νeon», που μέσα σε πέντε χρόνια που κυκλοφορεί έφθασε στα 245.000 τεύχη και διαβάζεται κυρίως από τους νέους 20-35 ετών- αυτούς που, σύμφωνα με όλες τις έρευνες, «δεν ανοίγουν κανένα έντυπο»! Αλλά και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η πληροφοριακή ιστοσελίδα Ρolitico, η οποία έγινε κερδοφόρα από τη στιγμή που κυκλοφόρησε… έντυπη έκδοση!

* Ο Δρ Αλκης Παρασκευόπουλος είναι ηλεκτρολόγος μηχανολόγος, πρόεδρος του Συλλόγου Επιστημόνων Βερολίνου.

Written by gr.mme.observer

6 Δεκεμβρίου 2009 στις 7:35 μμ

Αρέσει σε %d bloggers: